ΠΟΥΣΤΙΑ²

Sunday, November 25, 2007

"Αστυνομικός Υπάλληλος" said...

Γραφικός, λίαν γραφικός! Υπάρχουν και υπάλληλοι που συμπεριφέρονται κατ'αυτόν τον τρόπο στην Ελ. Αστυνομία, υπάρχουν όμως και άλλοι.

Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Σε προσεγγίζω, επιχειρώντας διάλογο, και φανερώνω την ιδιότητά μου. Είμαι αστυνομικός υπάλληλος και στελεχώνω το πολιτικό (διοικητικό) προσωπικό της Ελληνικής Αστυνομίας. Δεδομένου ότι η έκθεση στο διαδίκτυο, νομικά, θεωρείται δημόσια ενέργεια, προς αποφυγή κυρώσεων που εκπορεύονται από τον κανονισμό λειτουργίας στην εργασία μου, αποκρύπτω το ονοματεπώνυμό μου καθώς και τα λοιπά στοιχεία μου.

Όμως, προς τί όλα αυτά; Το έρεισμά μου, περιηγούμενος στις προσωπικές σας ηλεκτρονικές σελίδες, είναι η κυρίαρχη αντίληψη περί του αστυνομικού ρόλου που διαπιστώνω ότι επικρατεί στη σκέψη σας, δηλαδή των νέων ηλικίας 18-35 ετών του πληθυσμού που στατιστικά εκφράζεται μέσω αυτών των ηλ. υπηρεσιών. Διαβάζοντάς σας, ανακαλύπτω, ότι ανακύπτουν διαρκώς πληθώρα ζητημάτων, αναφορικά με τη φύση της εργασίας μου και τις καθιερωμένες πρακτικές -κυρίως με αφορμή τον τρόπο που παρουσιάζονται από τα ΜΜΕ- τα οποία σπανίως απαντώνται ή έστω θίγονται από όλες τις πλευρές τους εξ όσων συμμετέχουν στο διάλογο. Θέλω λοιπόν να σας δώσω μια άλλη οπτική του θέματος εκ των έσω, τη δική μου.

Υπάρχουν προβλήματα στην αστική μας κοινωνία, πολλά προβλήματα είτε γνωρίζουμε είτε δε γνωρίζουμε την αιτία τους και διαφωνούμε ως προς την επίλυσή τους. Όχι μόνο ιδιωτικά (εν οίκω, κεκλεισμένων των "θυρών"), αλλά κυρίως δημόσια. Όσοι περισσότεροι συναρθροίζονται σε μια δεδομένη γεωγραφική περιοχή και οργανώνουν τη ζωή τους κοινωνικά, τόσο αυξάνονται τα προβλήματα τους, με αποτέλεσμα να εκδηλώνεται επιτακτικά η βούληση εύρεσης λύσεων. Κάποιος/οι αναλαμβάνουν αυτήν την ευθύνη. Μεταξύ αυτών, είμαστε και εμείς.

Εμείς, ως αστυνομικοί υπάλληλοι της κοινωνίας που συναποτελούμε όλοι μας, έχουμε ένα μικρό, άλλα καθ'όλα σημαντικό ρόλο (ρόλο σχετικά πρόσφατο, θεσμοθετημένο επί γαλλικού εδάφους, λίγους αιώνες πριν, που ωστόσο υπήρχε και παλαιότερα με άλλες μορφές, πχ οι ραβδούχοι στην αρχαία Ελλάδα). Από τη στιγμή που εσείς αναφέρετε είτε τηλεφωνώντας είτε αυτοπροσώπως ένα πρόβλημα, εμείς καλούμαστε να το καταγράψουμε και εν συνεχεία αναζητούμε και οδηγούμε τους εμπλεκόμενους ανθρώπους του περιστατικού -αφού πρώτα το διερευνήσουμε- με όλες τις σχετικές πληροφορίες, ενώπιω της δικαστικής αρχής, όπου και απονέμεται δικαιοσύνη. Αυτό είναι όλο, αυτός είναι ο ρόλος μας, εν ολίγοις.

Λέτε αστυνομία και μας αποδίδεται περισσότερα από όσα μας αντιστοιχούν. Τι είναι η Ελληνική Αστυνομία; είναι ένα ιεραρχημένο, οργανικό υποσύνολο χιλιάδων ανθρώπων (σε σύνολο περίπου 11.000.000εκ του πληθυσμού της ελ. κοινωνίας), με διακριτό τρόπο λειτουργίας και μετρήσιμα αποτελέσματα. Γενικεύοντας, θα μπορούσε κανείς να ισχυριστεί ότι το ίδιο το κράτος των δεκάδων χιλιάδων υπαλλήλων είναι το μεγαλύτερο, ιεραρχημένο, οργανικό υποσύνολο της κοινωνίας μας με σκοπό την άνευ προβλημάτων κοινωνική μας συμβίωση με έναν μόνο άνθρωπο, τον πρόεδρο του πολιτεύματός μας, να αναλαμβάνει συμβολικά το ρόλο και την ευθύνη του εγγυητή, αναθέτοντας στον πρωτο υπό το έργο και αυτός με τη σειρά του στον υπό το έργο της δημόσιας τάξης (εν προκειμένω), και έπειτα στον ταξίαρχο, και ούτω κάθε εξής, την επίλυση των ζητημάτων που μας απασχολούν.

Σε αυτήν την αλυσίδα ανάθεσης και ανάληψης ευθυνών κάποιοι από εμάς αναλαμβάνουμε το ρόλο της διοίκησης (τον τρόπο οργάνωσης) της αστυνομίας, της αστυνόμευσης των πόλεων που ζούμε, της τροχονόμευσης των οδικών αρτηριών, της φρούρησης προσώπων (επιφανών η μη) που απειλούνται και τέλος της φύλαξης των συνόρων από τους λαθρο-μετανάστες. Στην πλειονότητά μας έχουμε προσληφθεί με ορθολογικά κριτήρια και το επιβεβαιώνω εκ πείρας. Οι ισχύουσες και μάλιστα αυστηρές, ρυθμιστικές διατάξεις των νόμων που έχουν θεσπιστεί κατά τη διάρκεια της μεταπολίτευσης προβλέπουν ζητήματα που αφορούν στη φυσική και ψυχική καταλληλότητα, στην εκπαίδευση, στην οπλοφορία, στην αξιολόγηση ακόμα και τη διαφθορά του προσωπικού. Επίσης, το εργασιακό καθεστώς της μονιμότητας δεν ισχύει για όλους μας, υπάρχουν και αρκετοί που εργάζονται επί συμβάσει, με άλλα λόγια το προσωπικό διαρκώς ανανεώνεται, και βεβαίως ουδείς από εμάς αμοίβεται το ίδιο, οι μισθοί μιας μεγάλης μερίδας αστυνομικών υπαλλήλων επιτρέπουν αξιοπρεπέστατες συνθήκες διαβίωσης, διαψεύδοντας τις εντυπώσεις που καταγράφονται.

Μιλώντας για εντυπώσεις, περιέργως, έχω προσέξει ότι οι επικρίσεις προς τα σώματα των διοικητικών, των τροχονόμων, των φρουρών και των συνοριοφυλάκων είτε απουσιάζουν είτε περιορίζονται αισθητά. Αντιθέτως, τα εντόνως αρνητικά σχόλια προς το σώμα του αστυνομικού προσωπικού, γενικών καθηκόντων και ΜΑΤ, αφθονούν και ενίοτε συμπληρώνονται από την κατακραυγή προς το πρόσωπο του αρχηγού της Αστυνομίας μετά από κάποια αποτυχημένη ενέργεια σύλληψης υπόπτων. Έχω αναρωτηθεί πολλές φορές στη ζωή μου σε τι μπορεί να οφείλεται αυτή η έντονη δυσαρέσκεια των συμπολιτών μου προς την ιδιότητα που φέρουμε, και παρά το γεγονός ότι όλοι εκτελούμε τις εντολές των ανθρώπων που οι ίδιοι εκλέγουμε, καταλήγοντας τα τελευταία χρόνια στο ίδιο συμπέρασμα.

Κατακριτές και κατακριτέοι, λοιπόν. Δεν ξέρω εάν το συνειδητοποιείς, πάντως είναι οξύμωρο να κινδυνεύουμε τόσο συχνά, οδηγώντας αυτούς που διαφεύγουν να παρουσιαστούν στον εφέτη ανακριτή, δηλαδή τους παραβάτες, και την ίδια στιγμή να (κατα)κρινόμαστε ωσάν να είμαστε εμείς οι παραβάτες. Κι όμως αυτό συμβαίνει, δικαίως ή αδίκως. Γιατί συμβαίνει; Είναι αλήθεια όλοι οι του αστυνομικού προσωπικού δικαίως κατακριτέοι; όχι, το βεβαιώνω από την πείρα μου. Και οι υπόλοιποι, όσοι αυτοί κι αν είναι, καθώς δε μπορώ να τους απαριθμήσω; ναι και όχι. Γιατί, τι είδους άνθρωποι είναι όσοι δικαίως κατακρίνονται και πως ανταποκρίνονται στη δουλειά τους; απλοί, άβγαλτοι, περιορισμένοι, συνηθισμένοι, που άλλοτε αποδίδουν και άλλοτε όχι στα καθήκοντά τους. Αυτοί που δεν αποδίδουν στα καθήκοντά τους είναι καταφανώς διεφθαρμένοι σε υποθέσεις διακίνησης, χρηματισμού, κακοποίησης, κτλ; ναι, αρκετοί είναι. Αυτή είναι η αλήθεια και αυτές είναι οι απαντήσεις μου σε μερικά από τα μονίμως αναπάντητα ερωτήματά σας. Το κύριο ερώτημά όμως είναι τι μας κάνει εμάς τόσο ξεχωριστούς από τους δημοσίους υπαλλήλους άλλων δομικά οργανωμένων υπηρεσιών που προσφέρει το κράτος της κοινωνίας μας, γιατί δε γίνεται παρόμοιος λόγος για τους στρατιωτικούς, τους δικαστικούς, τους τελωνιακούς, κ.α;

Είναι απλό, διότι εμείς είμαστε ο προμαχώνας της κοινωνίας, είμαστε αυτοί που "βγάζουμε το φίδι απ'την τρύπα" και μάλιστα καθημερινά, υποδεικνύοντας τα σφάλματά μας, μας διορθώνουμε, μας επαναφέρουμε στην τάξη, όταν η τάξη είναι αφ'εαυτού αντικείμενο διαπραγμάτευσης και διαρκούς νομικής μεταρρύθμισης. Φθείρουμε εσάς και των εαυτό μας, καθημερινά, συνειδητά και αναπότρεπτα. Είναι η φύση της δουλειάς τέτοια, όλοι το γνωρίζουμε και ας κρυβόμαστε, κι εσείς που μας κατηγορείτε και εμείς που το αρνιόμαστε. Σε κανέναν δεν αρέσει να γίνεται χωροφύλακας του εαυτού του. Δε φταίτε εσείς ούτε εμείς, φταίμε τόσο εμείς όσο κι εσείς. Εάν δεν εκδηλώναμε τόσο συχνά παραβατική συμπεριφορά στην καθημερινή μας ζωή, δε θα είχαμε ανάγκη Υπουργείου Δημόσιας Τάξης, ούτε οργάνων της τάξης. Μας αξίζουμε και είναι τόσο δύσκολο σε μένα να το αρθρώσω με λέξεις, όσο δύσκολο είναι και για σένα να το επαναλάβεις, διαβάζοντάς το. Ιδού λοιπόν η δυσπρόφερτη αλήθεια που ξεπερνά τις όποιες γραφικότητες.

Αυτή είναι η αποψή μου και εάν νομίζεις ότι τα λόγια ενός αστυνομικού αποτελούν κατάχρηση στην ηλ. σελίδα σου, τότε δε χρειάζεσαι την αδειά μου να αγνοήσεις ή ακόμα και να διαγράψεις το σχόλιό μου στη δημοσίευσή σου. Δε θα ενοχληθώ, ούτε θα σε ενοχλήσω ξανά. Θέλω να ελπίζω όμως ότι θα κάνεις τον κόπο τουλάχιστον να διαβάσεις όσα σου έγραψα, όχι επειδή θα μπορούσα να είμαι ο πατέρας σου και πρέπει να με σέβεσαι, ούτε βέβαια επειδή λόγω της ιδιότητάς μου μπορώ εύκολα να εξακριβώσω την ταυτότητά σου, αλλά επειδή σου δίνεται η σπάνια ευκαιρία να δεις τους "μπάτσους", όπως συλλήβδην αποκαλούμαστε, μέσα από τη δική μου σκοπιά, από το νηφάλιο βλέμμα ενός αστυνομικού υπαλλήλου.

[...]

Εκτενής και τεκμηριωμένη η ανταπάντησή σου, έστω και με αυτόν τον άβολο σε μένα τρόπο, όντας μη εξοικιωμένος με το μέσο. Θα προσπαθήσω να είμαι σαφής και περιεκτικός, προάγοντας κι εγώ με τη σειρά μου το διάλογο.

Αρχικά, διευκρινίζω, ότι επικαλούμενος τα παραδείγματα του σεβασμού προς τον γηραιότερο και του εκφοβισμού στο ενδεχόμενο αποκάλυψης συγκεκαλυμένων πληροφοριών, θέλησα μόνο να δώσω έμφαση -ομολογουμένος άνευ επιτυχίας, κρίνοντας από τις παρατηρήσεις- μεταξύ των πρακτικών παλαιάς κοπής και της ουσιαστικής επικοινωνίας, προτρέποντάς σε να λάβεις υπόψιν και τη δική μου οπτική επί του θέματος. Επίσης, η περί ωριμότητας αναφορά υπήρξε ανεδαφική και παρακαλώ να αγνοηθεί. Κατόπιν τούτων, συνεχίζω χωρίς περιστροφές.

Αρκετοί από εμάς προσπαθούμε να επιτελούμε στο ακέραιο το ρόλο που αναλάβαμε. Είμαστε στην υπηρεσία της κοινωνίας του πολίτη, τιμώντας τον όρκο μας. Δε διαφωνώ, ότι οι διόλου τιμητικοί χαρακτηρισμοί που αποδίδονται αληθεύουν, όταν οι φέροντες το όνομα έχουν και τη χάρη. Προτιμώ, όμως, να αποφεύγω τις γενικεύσεις. Προς επίρρωσιν αυτού, αναφέρω ότι νιώθω σεβασμό ενθυμούμενος τους διδασκάλους μου, παρά το γεγονός ότι υπήρξαν και καθηγητές τους οποίους ως μαθητής έλουζα με πληθώρα από "κοσμητικά" επίθετα. Στην ηλικία που βρίσκομαι τώρα, ως αστυνομικός υπάλληλος, λίγο πριν τη συνταξιοδότησή μου, συνεχίζω να εργάζομαι με αίσθημα ευθύνης, οργανώνοντας ορθολογικά την υπηρεσία μου. Όμως αυτό δε σημαίνει ότι όλοι οι συνάδελφοί μου, στις ουκ ολίγες μεταθέσεις μου, εργάζονταν ως υπάλληλοι με διάθεση προσφοράς στο κοινωνικό σύνολο. Έκαστος σφραγίζει το βίο και την πολιτεία του, κατ'αναλογίαν του ήθους που τον διακρίνει.

Ο λόγος, λοιπόν, περί βίου και βίας. Κατανοώ, ότι η λύση του προβλήματος που αποτελεί το κοινωνικό φαινόμενο της εκδήλωσης κρουσμάτων βίαιης συμπεριφοράς με την συστηματική και χρονοβόρα αναίρεση των αιτιών που το προκαλούν διαφέρει ριζικά από την καταστολή των σποραδικών εκδηλώσεων του ιδίου φαινομένου με την κατασταλτική χρήση των ΜΑΤ. Επίσης, κατανοώ, ότι κάθε φορά που επιλέγουμε ως οργανωμένη κοινωνία την καταστολή εκδήλωσης των συμπτωμάτων του φαινομένου, κατ'ουσίαν, το ανατροφοδοτούμε, καθώς με αυτόν τον τρόπο καθυστερούμε βραχυπρόθεσμα μόνο και χωρίς να το αποτρέπουμε, την εντονότερη εκδήλωσή του. Εντούτοις, η δυνατότητά μας να επιλέξουμε, παραμένει. Έχοντας ελεύθερη βούληση, έμείς επιλέγουμε, εάν θα πυροδοτήσουμε τη θρυαλλίδα της κοινωνικής συνοχής ή θα επενδύσουμε στην ανοικοδόμηση μέτρων κοινωνικής συνοχής.

Η ύπαρξη κατασταλτικών μηχανισμών, απαρτιζόμενοι από ανθρώπινο δυναμικό που δρα ως όργανο της τάξης, εκτελώντας διαδοχικές εντολές, απαιτεί την κατ'εξαίρεσιν επιλογή του προσωπικού, με βάση τα απαιτούμενα -στις ιδιάζουσες αυτές συνθήκες- κριτήρια. Αυτό σημαίνει, αφενώς, ότι οι θέσπιση των ίδιων των δομών από εμάς τους πολίτες αποτελεί απόδειξη της βούλησής μας (αντιπροσωπευόμενοι ή αποδεχόμενοι το αποτέλεσμα της αντιπροσώπευσης) για εφαρμογή μέτρων καταστολής της βίας και, αφετέρου, ότι η προσωπικότητα των οργάνων χαρακτηρίζεται και από ποιοτικά γνωρίσματα που υπό οποιεσδήποτε άλλες συνθήκες θα θεωρούνταν ψυχοπαθολογικά, άρα κοινωνικά απορριπτέα. Βεβαίως, όπως κάθε απλουστευμένη ερμηνεία, εν τέλει, δεν επαρκεί. Υποδεικνύει, όμως, τη σημασία της συλλογικής ευθύνης. Αλλά και πέραν αυτών, ας έχετε κατά νού, ότι ακόμα και οι συνθήκες της καθημερινής αστυνόμευσης είναι αφόρητες και ψυχοφθόρες. Το σώμα του αστυνομικού προσωπικού γενικών καθηκόντων εκτίθεται καθημερινά στην παραβατική συμπεριφορά χιλιάδων ανθρώπων που είτε περιστασιακά είτε καθ'έξακολούθηση θέτουν σε κίνδυνο τη ζωή όλων μας, αλλά παρόλα αυτά ουδείς παραιτείται από τα καθήκοντά του. Είναι παράλογο να παραβλέπει κανείς την αλληλεπίδραση αυτής της πραγματικότητας και τον απότοκο στην συμπεριφορά των συναδέλφων. Αυτό, βέβαια, δε σημαίνει ότι οι συμπεριφορές επιδειξιομανίας, τραμπουκισμού, πρόκλησης κτλ. επικροτούνται, πόσο μάλιστα το καθεστώς της ευνοιοκρατίας ενδοϋπηρεσιακά για την διεκδίκηση της, λιγότερο εκτεθειμένης στον κίνδυνο, θέσης του γραφείου -επ'ουδενί.

Η χώρα αλλάζει και μαζί αλλάζουν και οι συμπεριφορές όλων ημών που την συναθροίζουμε, άλλοτε καλυτερεύοντας και άλλοτε χειροτερεύοντας την ποιότητα της ζωής μας. Η Ελλάδα του '60 και του'70, ουδεμία σχέση έχει με την τωρινή πραγματικότητα, εν έτη 2006. Η ηλικία σου, άλλωστε, σου επιτρέπει να κάνεις τις δέουσες συγκρίσεις, ανακαλώντας στη μνήμη σου τις εποχές εκείνες. Εξακολουθούμε, ωστόσο, να είμαστε ο προμαχώνας της κοινωνίας και ίσως αυτή η νοοτροπία με την οποία εκπαιδευτήκαμε να είναι ακόμα χρήσιμη στην ελληνική κοινωνία.

Προσωπικά, με τις μνήμες της επταετίας έντονα χαραγμένες στη συνείδησή μου και τους αγώνες στην Μεταπολίτευση για την εξ'ολοκλήρου εξυγείανση του κρατικού μηχανισμού παροχής κοινωνικών υπηρεσιών, ιδίως κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του '80, αναγνωρίζω και εκτιμώ τις παρούσες -ελλειπείς ειναι η αλήθεια- μεταρρυθμίσεις που έγιναν, αλλά συγχρόνως καταλαβαίνω, ότι στην αντίληψη των νέων εκτιμώνται αλλιώς. Με διαφορετικά σημεία αναφοράς, με άλλα κριτήρια και ευτυχώς με περισσότερες απαιτήσεις.

Εντούτοις, τα προβλήματα ακόμα και σήμερα παραμένουνε, ουσιαστικά, προβλήματα του πολιτεύματός μας, δηλαδή όλων ημών που συμμετέχουμε ως πολίτες και διαμορφώνουμε την (κρατική) οργάνωση παροχής υπηρεσιών της κοινωνίας μας. Εμείς ή μάλλον οι περισσότεροι εξ'ημών, αποφασίζουμε πως θα οργανωθούμε, αριστήνδην είναι η αλήθεια και χωρίς να γνωρίζουμε πάντοτε όλα τα προβλήματα και τις λύσεις των, αλλά παρόλα αυτά συμμετέχουμε και περίπου κάθε δύο χρόνια εκλέγουμε τους αντιπροσώπους μας. Όσοι εργαζόμαστε στο κράτος, την πολυπληθέστερη συλλογική κοινωνική μας δύναμη, εργαζόμαστε, υπηρετώντας την επίτευξη της -κατά το δυνατόν- ομαλότερης λειτουργίας της κοινωνικής μας ζωής, εάν αυτό δε συνέβαινε, τότε κάθε υπηρεσία θα δυσλειτουργούσε ή θα υπολειτουργούσε. Η οργανωτική δομή του κράτους όμως, είναι κλιμακωτή. Αυτό στην πράξη σημαίνει ότι κάθε ημέρα επιλέγω συνειδητά να εκτελώ τις εντολές των προϊσταμένων μου και με τη σειρά μου να τις μεταβιβάζω στους υφισταμένους μου. Εάν διαφωνώ ως προς την εκτέλεση μιας εντολής, μπορώ κάλλιστα να παραιτηθώ (απόφαση δύσκολη). Ρωτώ λοιπόν και απαντώ, εν είδει ανθυποφοράς, ήταν όλες οι υπηρεσιακές εντολές, που επί χρόνια εκτελώ, απόρροια της συλλογικής, κοινωνικής μας βούλησης για κρατική οργάνωση, στη βάση του συντάγματός μας; όχι, δεν ήταν. "Χρησιμοποιήθηκα" και εγώ, κατα καιρούς, όπως και τόσοι άλλοι συνάδελφοί μου; ναι, άλλοτε εν αγνοία μου και άλλοτε εν γνώση μου. Τις εντολές ποιων εκτελούσα, τότε; συγκεκριμένων, εκλεγμένων αντιπροσώπων μερίδας ημών, των οποίων την ευθύνη εκλογής φέρουμε αποκλειστηκά όλοι εμείς.

Όλοι ευθυνόμαστε για τα επαίσχυντα περιστατικά των οποίων γινόμαστε διαρκώς κοινωνοί, ως αυτόπτες ή ως αυτήκοοι μάρτυρες, είτε προβάλλονται είτε αποκρύπτονται και αφορούν σε παραβάσεις (πλημμελήματα, πταίσματα ή ακόμα και κακουργήματα) αστυνομικών υπαλλήλων. Όμως, η στοιχειοθέτηση ποινικών ευθυνών, όπως ορίζονται από τον κώδικα ποινικού δικαίου, προσωποποιείται αποκλειστικά και μόνο στους δράστες των εγκλημάτων με την εξακρίβωση της υπαιτιότητας του εγκλήματος που διενεργείται κατά τη διάρκεια της ανακριτικής διαδικασίας. Συλλαμβάνονται πάντοτε όλοι οι δράστες; οι περισσότεροι συλλαμβάνονται, το επιβεβαιώνω από την εμπειρία μου. Συμβαίνει το ίδιο και με τους δράστες που εργάζονται ως υπάλληλοι στην αστυνομία; όχι, και είναι θλιβερό. Διεξάγεται με ανθρώπινους όρους η (προ)ανακριτική διαδικασία; άλλοτε ναι, άλλοτε όχι, εξάλλου η ανάκριση είναι από τη φύση της πράξη "απάνθρωπη". Τιμωρούνται όσοι οδηγούνται στο δικαστήριο; όχι, σχεδόν πάντα εξαρτάται από την οικονομική κατάσταση του δράστη και τις γνωριμίες του (χωρίς αυτό να αποτελεί μομφή προς το έργο της δικαστικής αρχής). Με απλά λόγια, κάποιοι στον κρατικό υπηρεσιακό μηχανισμό φέρονται "απάνθρωπα" και κάποιοι άλλοι με παρόμοιο τρόπο σκέψης τους απαλλάσουν από την απονομή ευθυνών σε ποινικά κολλάσιμες πράξεις, τρέφοντας έναν φαύλο κύκλο από τον οποίο κανείς δεν εξαιρείται.

Εάν αυτή είναι η ωμή πραγματικότητα στην υπηρεσία της Ελ. Αστυνομίας, αδρομερώς σκιαγραφημένη από την εμπειρία τόσων ετών, με την ευθύνη να την επωμιζόμαστε όλοι εμείς, ως άνθρωποι, ως κοινωνοί, ως πολίτες, ως υπάλληλοι, ως ιδιώτες και αναγνωρίζοντας-καταδεικνύοντας στην πράξη τους υπαίτιους των γεγονότων που μας στιγματίζουν, τότε πως εξηγείται η διαιώνιση του φαινομένου; γιατί δεν τους παραμερίζουμε; γιατί δεν τους τιμωρούμε; ρητορικά θα σκεφτείτε τα ερωτήματά μου. Τουναντίον, δίοτι καθ'όλη την έως τώρα υπηρεσιακή μου αρμοδιότητα, προσπάθησα έμπρακτα να εκθέσω και να απομονώσω απαράδεκτα εσωτερικά περιστατικά διασπάθισης πόρων και υπέρβασης αρμοδιοτήτων, κάποιες φορές μάλιστα με επιτυχή έκβαση, δίνοντας μια έμπρακτη προσωπική απάντησή στην δικαιολόγημένη κατακραυγή και μια παρακαταθήκη με την ιδιότητα του αστυνομικού υπαλλήλου, έστω και αν αφ'εαυτής δεν αρκεί.

Συμπερασματικά, παρότι υπάρχουν αρκετοί αναμεσά μας, σε όλα τα κλιμάκια, των οποίων η συμπεριφορά προκαλεί κατ'εξακολούθησιν προβλήματα στο κοινωνικό σύνολο, η άποψή μου είναι ότι, άμεσα ή έμμεσα, τους επιτρέπουμε -και παρά τις μεμονωμένες αντιστάσεις- να συνεχίζουνε. Είναι αλήθεια, ότι ο φρενήρης, σύγχρονος τρόπος ζωής και οι πολλαπλές (κυρίως οικογενειακές) απαιτήσεις δυσχεραίνουν το έργο μας και ενίοτε κάμπτουν τις αντιστάσεις μας, όμως είναι λάθος να δίνεται τόση έμφαση στη μερίδα του σώματος των αστυνομικών γενικών καθηκόντων, εργαζομένων σε θέσεις εξωτερικής περιφρούρησης, περιπολίας και συλλήψεων, που διαρκώς αμαυρώνουν την εικόνα του αστυνομικού υπαλλήλου, αποτελώντας σημείο αναφοράς και προμετωπίδα της Ελ. Αστυνομίας στην κοινή γνώμη. Θέλω να γίνει αντιληπτό, ότι όλοι όσοι εργαζόμαστε εδώ δεν επιζητήσαμε τη θέση αυτή για να εκδηλώσουμε την υφέρπουσα ψυχοπαθολογία μας, ούτε διοριστήκαμε χαριστικά, ούτε βέβαια μας ευχαριστεί να αντιμετωπιζόμαστε με προκατάληψη όταν συνομιλούμε με νέους ανθρώπους. Δεν είμαστε όλοι, συλλήβδην, γραφικοί και νταήδες. Κάποιοι από εμάς είμαστε έτσι ακριβώς, όπως ο ρόλος που αναλάβαμε μας υπαγορεύει να είμαστε, υπάλληλοι. Διαφορετικοί μεν, υπάλληλοι δε.

Διαφέρουμε ως άνθρωποι, όλοι μας, δεν αντιλέγω. Αν και ελάχιστα είναι η αλήθεια, εντούτοις διαφέρουμε, εξάλλου "οι μικρές διαφορές κάνουν τη διαφορά". Η γνώση και η παραδοχή αυτής της αλήθειας και ο αμοιβαίος σεβασμός της διαφορετικότητάς μας αρκεί για την αποτροπή πολλών προβλημάτων. Δε συμβαίνει όμως. Στην πράξη οι διαφορές μας εντείνονται από εμάς τους ίδιους, διότι καθημερινά -κατά το μάλλον ή ήττον, όλοι μας- αποδεικνύουμε ότι δε μπορούμε να επιλύσουμε μόνοι μας ό,τι μας προβληματίζει. Δε θα αμυνόμασταν και δε θα επιβάλαμε την τάξη, μόνο αν ζούσαμε σε μία ουτοπία, δυστυχώς ή ευτυχώς, ζούμε στη πραγματικότητα.

Μακρηγόρησα και ίσως έγινα κουραστικός, αλλά δεν θα μπορούσα να συνοψίσω το λόγο μου σε λίγες αράδες. Ελπίζω να απάντησα σε ερωτήματα και προβληματισμούς που έθεσες και, εν τέλει, να έγινα αντιληπτός, παρότι φαντάζομαι ότι ο τρόπος έκφρασής μου ίσως ξενίζει αναγνώστες νεαρής ηλικίας. Επέλεξα σκόπιμα να μην αναφερθώ στις περιπτώσεις των: Καλτεζα, Κανελοπούλου και Κουμή, καθώς αποτελούν ξεχωριστό κεφάλαιο και, ως γνωστον, οι μαύρες σελίδες της ιστορίας απαιτούν άπλετο φως για να διαλευκανθούν, καταλαβαίνεις λοιπόν ότι ο χώρος δεν επαρκεί για τέτοιου είδους αναλύσεις. Ούτε για τις έξωθεν πιέσεις που δέχεται η πατρίδα μας έκανα λόγο, καθως δε μπορω να γνωρίζω "από πρώτο χέρι" τι συμβαίνει. Το δε κεφάλαιο της εγχώριας τρομοκρατίας είναι "ακανθώδες" και προτιμώ να το αποφύγω, Παρόλα αυτά, εάν, έστω για λίγο, κατόρθωσα και σας έδωσα την εικόνα του αστυνομικού υπαλλήλου από τη δική μου σκοπιά, τότε ο σκοπός της συμμετοχής μου σε αυτόν τον ιδιότυπο και πρωτόγνωρο για 'μένα διάλογο έχει σε μεγάλο βαθμό επιτευχθεί.

Μετά τιμής,

Αστυνομικός Υπάλληλος

Labels: , , ,

posted by ΠΟΥΣΤΙΑ² at 9:17 AM 0 βαράπονα